Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2009

Εκπαίδευση και πολυπολιτισμικότητα στη Θράκη



Ο Νίκος Κόκκας ήταν επί σειρά ετών εκπαιδευτικός σε λύκειο της ορεινής Ξάνθης και τώρα συνεχίζει σε ένα επίσης ιδιαίτερο από άποψη δυσκολίας σχολείο, αυτό του Δροσερού. Με το μάτι λοιπόν του εκπαιδευτικού ξέρει ίσως καλύτερα από τον καθένα τα προβλήματα και τις ελλείψεις των μουσουλμάνων μαθητών και μέσα από τις σελίδες αυτές του ζητάμε να μας αναλύσει αυτό ακριβώς. Βέβαια ο Νίκος Κόκκας εκτός από εκπαιδευτικός, έχει ασχοληθεί για πολλά χρόνια με τη μελέτη και την καταγραφή της πομάκικης γλώσσας και γενικότερα του πομάκικου πολιτισμού. Το έργο που παρουσιάζει πολύ σημαντικό και φυσικά συγκαταλέγεται σε εκείνους που έχουν καταβάλει μια από τις πιο σοβαρές προσπάθειες για τη διάσωση και ανάδειξη του πομάκικου στοιχείου στη Θράκη.

Κύριε Κόκκα, είστε ένας από τους ανθρώπους που έχετε ασχοληθεί αρκετά με τη μελέτη και καταγραφή της πομάκικης γλώσσας και γενικότερα της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας των ανθρώπων αυτών. Μάλιστα έχετε γράψει και αρκετά βιβλία που έχουν ως αντικείμενο το πομάκικο στοιχείο και για το λόγο αυτό έχετε κατηγορηθεί επανειλημμένα από τους γνωστούς κύκλους που δε δέχονται την ύπαρξη των Πομάκων. Τι ήταν εκείνο που σας έκανε να ασχοληθείτε τόσο έντονα με το θέμα αυτό;
Το ενδιαφέρον μου για τους Πομάκους ξεκίνησε μέσα από την εκπαίδευση. Υλοποιώντας κατά την τελευταία δεκαετία προγράμματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης ήρθα σε επαφή με τους ανθρώπους της ορεινής Θράκης, γνώρισα τα χωριά τους και τον πολιτισμό τους. Μαζί με τους μαθητές μου πραγματοποιήσαμε πολλές ερευνητικές επισκέψεις στα πομακοχώρια καταγράφοντας την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, την προφορική παράδοση, το φυσικό περιβάλλον και το λαϊκό πολιτισμό. Αυτές οι καταγραφές οδήγησαν σε έκδοση βιβλίων και φυλλαδίων, που σκοπό είχαν να αναδείξουν την πλούσια πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής μας. Σε ένα δεύτερο στάδιο, αποφάσισα να προχωρήσω σε μια βαθύτερη μελέτη της ιστορίας και της γλώσσας των Πομάκων. Έτσι, μέσα από το Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης (ΠΑΚΕΘΡΑ) εκδόθηκαν βιβλία με τραγούδια, παραμύθια, παροιμίες, αλλά και δίσκοι στους οποίους καταγράφεται η παραδοσιακή μουσική των Πομάκων.
Σε αυτή σας την προσπάθεια να καταγράψετε στοιχεία του πολιτισμού των Πομάκων μοιραία συνεργαστήκατε με αρκετούς κατοίκους της περιοχής. Πως σας αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι αυτοί; Ήταν συνεργάσιμοι; Έδειχναν ενδιαφέρον για τη διάσωση της γλώσσας τους ή υπήρχε ο φόβος που τους απέτρεπε από μια τέτοια συνεργασία;
Οι κάτοικοι της οροσειράς της Ροδόπης είναι πάντοτε ιδιαίτερα φιλικοί και φιλόξενοι. Έτσι, στο πλαίσιο των ερευνών μας, μας υποδέχθηκαν με χαρά, μας άνοιξαν τα σπίτια τους, μας έδειξαν τις παραδοσιακές φορεσιές τους, μας τραγούδησαν παλιά ξεχασμένα τραγούδια, μας αφηγήθηκαν ιστορίες των προγόνων τους. Δεν έλειψαν βέβαια και οι περιπτώσεις ορισμένων κατοίκων, οι οποίοι ήταν διστακτικοί και φοβισμένοι. Μερικοί απ’ αυτούς μας ανέφεραν πως κάποιοι στο χωριό τους, τους λένε μέσα στα τζαμιά να μη χρησιμοποιούν τη μητρική τους γλώσσα, τα πομάκικα, αλλά μόνο την τουρκική, για να μη διασπαστεί έτσι η μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης. Όμως, τα τελευταία χρόνια, αυτή η διστακτικότητα έχει ξεπεραστεί, και οι περισσότεροι Πομάκοι είναι περήφανοι για τη γλώσσα τους, την καταγωγή τους και τις παραδόσεις τους.
Από τις μέχρι τώρα μελέτες και καταγραφές του πομάκικου πολιτισμού έχετε καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα ως προς την πραγματική καταγωγή αυτών των ανθρώπων;
Έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς πολλές θεωρίες για την καταγωγή των Πομάκων. Πολλές από αυτές τις θεωρίες δε βασίζονται σε ιστορικά τεκμήρια, αλλά είναι προσανατολισμένες πάνω σε ιδεολογικές προκαταλήψεις, προσπαθώντας να διαμορφώσουν ανύπαρκτες ταυτότητες για τους σλαβόφωνους μουσουλμάνους, δηλαδή τους Πομάκους. Ας δούμε μερικά συγκεκριμένα και σίγουρα δεδομένα: Οι κάτοικοι της οροσειράς της Ροδόπης βρίσκονται στη Θράκη εδώ και πάρα πολλούς αιώνες. Η δομή της κατοικίας τους και ο πολιτισμός τους, καθώς και τα φυλετικά τους χαρακτηριστικά συνδέονται με αρχαία θρακικά φύλα. Στο διάβα των αιώνων, και με την έλευση του χριστιανισμού, τα φύλα αυτά ασπάζονται το χριστιανισμό. Με την κάθοδο των Σλάβων στα βυζαντινά χρόνια, οι Ροδοπαίοι εκσλαβίζονται γλωσσικά σε μεγάλο βαθμό. Από το 13ο μέχρι το 19ο αιώνα συντελείται σταδιακά ο εξισλαμισμός των Ροδοπαίων, οι οποίοι, μετά από τον εξισλαμισμό τους, αποκαλούνται Πομάκοι. Μετά την άνοδο των βαλκανικών εθνικισμών, τους Πομάκους προσεταιρίζονται η Βουλγαρία και η Τουρκία, ασκώντας έντονες πολιτικές αφομοίωσης. Το ελληνικό κράτος από την πλευρά του αδιαφόρησε σε μεγάλο βαθμό για την αληθινή ιστορική ταυτότητα των Πομάκων, αφήνοντάς τους ελεύθερους να επιλέξουν οι ίδιοι τη θρησκεία τους και τον αυτοπροσδιορισμό τους.
Έχετε, όπως είπα, ασχοληθεί αρκετά με τη γλώσσα των Πομάκων και μάλιστα απ’ ότι γνωρίζω τη μιλάτε κιόλας. Πιστεύετε ότι αν γίνουν οι απαραίτητες μελέτες, θα υπάρχει δυνατότητα διδασκαλίας της στα μειονοτικά σχολεία;
Είναι αλήθεια ότι την τελευταία εικοσαετία η γλώσσα των Πομάκων, προφορική μέχρι πρότινος, έγινε αντικείμενο συστηματικής έρευνας και επιστημονικής μελέτης. Εκδόθηκαν λεξικά, γραμματικές, συντακτικά, εγχειρίδια διδασκαλίας, αλλά και εικονογραφημένα παραμύθια για παιδιά. Επίσης, επί μία πενταετία, η πομακική διδάχθηκε ως ξένη γλώσσα από Πομάκο δάσκαλο στα μαθήματα που διοργάνωσε το ΠΑΚΕΘΡΑ. Τα μαθήματα αυτά συνεχίστηκαν πέρυσι από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Πομάκων Ν. Ξάνθης. Η δυνατότητα εισαγωγής της πομακικής στην εκπαίδευση αφορά πρώτιστα τους ίδιους τους φυσικούς ομιλητές της γλώσσας. Εάν οι ίδιοι το ζητήσουν από το Υπουργείο Παιδείας, πιστεύω ότι η ελληνική πολιτεία οφείλει να ανταποκριθεί. Βέβαια, αυτό δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο της σημερινής μειονοτικής εκπαίδευσης, η οποία γκετοποιεί τους μουσουλμάνους μαθητές και τους οδηγεί στην ημιμάθεια. Αυτό που χρειάζεται είναι μια νέα εκπαιδευτική πολιτική ισονομίας και ισοπολιτείας, που θα παρέχει στους μουσουλμάνους την ίδια εκπαίδευση με αυτήν που παρέχεται σε όλους τους έλληνες πολίτες, δίνοντάς τους επιπλέον τη δυνατότητα να διδάσκονται τη μητρική τους γλώσσα εκτός του βασικού σχολικού προγράμματος.
Κατά πόσο είναι αρκετή η καθαρά ιδιωτική προσπάθεια, χωρίς τη συνεισφορά του κράτους, να διασωθεί ένας πολιτισμός και μια μόνο προφορική, προς το παρόν, γλώσσα που τείνουν να χαθούν;
Η συνεισφορά του κράτους θα ήταν σημαντική εάν υπήρχε. Στην περίπτωση των Πομάκων, το κράτος δεν έχει βοηθήσει στη διάσωση του πομακικού πολιτισμού. Αντίθετα, μέσα από τις εκπαιδευτικές δομές, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει επιβάλει μια θεσμοθετημένη τριγλωσσία, η οποία καταδικάζει τους πομάκους μαθητές να διδάσκονται δύο γλώσσες (ελληνική και τουρκική) και όχι τη μητρική τους γλώσσα. Αυτό δεν οδηγεί μόνο σε μαθησιακά κενά, αλλά και σε μια τριχοτόμηση της ταυτότητάς τους. Ως προς τη συγκεκριμένη ερώτηση, επαναλαμβάνω ότι είναι θέμα που αφορά μόνο τους ίδιους τους Πομάκους, το αν θα υπάρξουν πρωτοβουλίες ανάδειξης του λαϊκού τους πολιτισμού και της γλώσσας τους.
Κύριε Κόκκα είστε εκπαιδευτικός στο επάγγελμα και μάλιστα επί πολλά έτη ήσασταν καθηγητής σε ένα από τα λύκεια της ορεινής περιοχής της Ξάνθης. Ποιο είναι το επίπεδο των μουσουλμάνων μαθητών στο λύκειο συγκριτικά με το επίπεδο των χριστιανών μαθητών στα λύκεια της πόλης; Θέλω να πω επηρεάζει καθόλου την απόδοσή τους το γεγονός ότι τα παιδιά αυτά πήγαν σε μειονοτικό δημοτικό σχολείο;
Τα τελευταία χρόνια παρατηρούνται σημαντικές εξελίξεις στην εκπαίδευση των μουσουλμανοπαίδων. Στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση λειτουργούν πολλά δημόσια σχολεία στην ορεινή Θράκη. Δυστυχώς δε συμβαίνει το ίδιο και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, όπου οι μαθητές δεν έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν ανάμεσα στο δημόσιο ή το μειονοτικό δημοτικό σχολείο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα η απόδοση των παιδιών να είναι μειωμένη, πολύ περισσότερο εφόσον τα μισά μαθήματα διδάσκονται στην τουρκική και τα άλλα μισά στην ελληνική. Στην πόλη της Ξάνθης όμως, παρατηρούμε εντυπωσιακή αύξηση των μουσουλμάνων μαθητών που παρακολουθούν τα δημόσια σχολεία, τόσο σε πρωτοβάθμιο όσο και σε δευτεροβάθμιο επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι οι μουσουλμάνοι της Ξάνθης, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους (Τούρκοι, Πομάκοι, Ρομά), θέλουν το καλό των παιδιών τους και γνωρίζουν πως μόνο μέσα από τη δημόσια εκπαίδευση τα παιδιά τους έχουν καλύτερη πρόσβαση στη γνώση και την πρόοδο.
Πόσο πιστεύετε ότι βοήθησε τα παιδιά αυτά η δυνατότητα, που εδώ και αρκετά χρόνια τους παρέχει το ελληνικό κράτος, να εισάγονται με σχετικά εύκολο τρόπο στα πανεπιστήμια της χώρας μας και κατά πόσο το μέτρο αυτό είναι αρκετό για τη σωστή μόρφωση αυτών των παιδιών;
Η εισαγωγή των μουσουλμάνων μαθητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσα από το ειδικό ποσοστό (0,5%) ήταν ένα πολύ σημαντικό μέτρο. Κατά τη γνώμη μου, το μέτρο αυτό ήταν απαραίτητο, σαν αντιστάθμιση των ειδικών γλωσσικών δυσκολιών που είχαν και έχουν να αντιμετωπίσουν οι μαθητές. Όμως κατά τη γνώμη μου, αυτό το μέτρο θα πρέπει να τερματιστεί όταν θα διαπιστωθεί η πραγματική εξίσωση των ευκαιριών των χριστιανών και των μουσουλμάνων μαθητών σε γλωσσικό επίπεδο. Και αυτό θα γίνει μόνο όταν θα υπάρχει παντού δυνατότητα επιλογής δημόσιου ή μειονοτικού σχολείου. Από την άλλη πλευρά, χρειάζεται να ληφθούν και άλλα μέτρα για την υπέρβαση των γλωσσικών δυσκολιών των μουσουλμανοπαίδων. Τέτοια μέτρα είναι η γενίκευση της προσχολικής αγωγής, η ίδρυση βρεφονηπιακών σταθμών παντού, η γενίκευση των ολοήμερων σχολείων, και, μακροπρόθεσμα, η κατάργηση του μειονοτικού σχολείου.
Τώρα είστε καθηγητής σε μια επίσης ευαίσθητη περιοχή όπως είναι το Δροσερό, όπου ακούμε κατά καιρούς παράπονα από τους γονείς για την καθαριότητα του σχολείου, για τους μικρούς χώρους του και άλλα πολλά. Ποια πραγματικά είναι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα σχολεία του Δροσερού και τι περιθώρια βελτίωσής τους υπάρχουν;
Είναι γνωστή σε όλους η απουσία, επί πολλές δεκαετίες, κρατικής μέριμνας για τους κατοίκους του Δροσερού. Η απουσία αυτή γίνεται ιδιαίτερα αισθητή και στον τομέα της εκπαίδευσης. Τα δύο δημοτικά σχολεία του Δροσερού λειτούργησαν μόλις πρόσφατα και σε αίθουσες προκάτ. Το γυμνάσιο του Δροσερού ιδρύθηκε μόλις πριν τρία χρόνια και από αυτό έχουν ήδη αποφοιτήσει μαθητές, που φοιτούν τώρα σε λύκεια της Ξάνθης. Η παροχή δημόσιας εκπαίδευσης στους κατοίκους του Δροσερού είναι βέβαιο ότι θα τους βοηθήσει να αναβαθμίσουν τον οικισμό τους, αλλά και να βελτιώσουν τις συνθήκες της ζωής τους. Τα προβλήματα όμως είναι ακόμα πολλά και θα πρέπει να δείξουν το ενδιαφέρον τους οι τοπικές δημοτικές και νομαρχιακές αρχές. Είναι απαράδεκτο, για παράδειγμα, το έγγραφο που έστειλε πέρυσι ο Δήμος Ξάνθης προς το γυμνάσιο Δροσερού, με το οποίο δήλωνε ότι αδυνατούσε να εξασφαλίσει επιστάτη-φύλακα για το γυμνάσιο, λόγω αντικειμενικών δυσκολιών της περιοχής. Είναι επίσης απαράδεκτο ότι η Νομαρχία Ξάνθης δεν έχει προχωρήσει σε αγορά οικοπέδου και ανέγερση κανονικού σχολικού κτιρίου (όχι προκάτ). Το γυμνάσιο Δροσερού είναι αυτή τη στιγμή το μόνο γυμνάσιο της πόλης που λειτουργεί σε απογευματινή βάρδια, κάτι που αγνοούν συστηματικά οι τοπικές αρχές.
Όλοι ξέρουμε ότι πολλά από τα παιδιά του Δροσερού δεν πηγαίνουν στο σχολείο. Ποια είναι η μέχρι τώρα συμμετοχή των μαθητών; Είναι μεγάλο το ποσοστό των γονέων που δε στέλνουν τα παιδιά τους στο γυμνάσιο;
Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στο συνοικισμό του Δροσερού. Η σχολική διαρροή τα προηγούμενα χρόνια ήταν πολύ μεγάλη και οφείλονταν κυρίως στην εποχιακή μετακίνηση των κατοίκων του, για να δουλέψουν σε άλλα μέρη της Ελλάδας. Πρέπει όμως να επισημάνουμε πως το βιοτικό επίπεδο έχει ανέβει σημαντικά τα τελευταία χρόνια και όλο και περισσότερο γίνεται αισθητό ότι τα παιδιά του Δροσερού θα πρέπει και αυτά να συμμετέχουν στη σχολική διαδικασία. Σε αυτήν τους την προσπάθεια, θα πρέπει να είναι αρωγός η πολιτεία, κτίζοντας ένα ανθρώπινο και σύγχρονο σχολείο.
Σ. Καραχότζα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου